, , , , ,


The Charioteer of Delphi, also known as Heniokhos (Greek: the rein-holder), is one of the best-known statues surviving from Ancient Greece, and is considered one of the finest examples of ancient bronze sculptures. The life-size (1.8m) statue of a chariot driver was found in 1896 at the Sanctuary of Apollo in Delphi. It is now in the Delphi Archaeological Museum. The statue was set up at Delphi  to commemorate the victory of the tyrant Polyzalus of Gela in Sicily and his chariot in the Pythian Games of 478 or 474 BC, which were held at Delphi in honor of Pythean Apollo. It has also been suggested that the complex was actually commemorating the victory of Polyzalos’ brother, Hieron, at the Pythian Games of 470 BC in analogy to his ex voto after his victory at the Olympic Games. It was originally part of a larger group of statuary, including the chariot, at least four horses and possibly two grooms. Some fragments of the horses were found with the statue. The masterpiece has been associated with the sculptor Pythagoras of Samos who lived and worked in Sicily, as well as with the sculptor Calamis. The Sicilian cities were very wealthy compared with most of the cities of mainland Greece and their rulers could afford the most magnificent offerings to the gods, also the best horses and drivers. It is unlikely, however, the statue itself comes from Sicily. The name of the sculptor is unknown, but for stylistic reasons it is believed that the statue was cast in Athens. It has certain similarities of detail to the statue known as the Piraeus Apollo, which is known to be of Athenian origin. An inscription on the limestone base of the statue shows that it was dedicated by Polyzalus, the tyrant of Gela, a Greek colony in Sicily, as a tribute to Apollo for helping him win the chariot race. The inscription reads: [P]OLUZALOS MA nETHÊK[EN] …]ON AES EUONUM APOLL[ON], which is reconstructed to read “Polyzalus dedicated me. … Make him prosper, honoured Apollo.”


Most bronze statues from ancient times were melted down for their raw materials or were naturally corroded, but the Charioteer survived because it was buried under a rock-fall at Delphi, which probably destroyed the site in 373 B.C.. Some freestanding bronze statues, however, including the charioteer, have been rediscovered in the 20th century. Although the Charioteer is the last remaining bronze sculpture from Delphi, the figure exhibited a similar bluish appearance which after a century of indoor exposure turned greenish. The lower torso still preserves a bluish coloration. The Charioteer is almost intact except that his left forearm and some details on the head are missing including the copper inlays on the lips and most of the silver eyelashes and headband. The statue is one of the few Greek bronzes to preserve the inlaid glass eyes. Greek bronzes were cast in sections and then assembled. When discovered, the statue was in three pieces—head and upper torso, lower torso, and right arm. The figure is of a very young man, as is shown by his soft side-curls. Like modern jockeys, chariot racers were chosen for their lightness, but also needed to be tall, so they were frequently teenagers. It seems that it represents a teenager from a noble family of his time.


As we know, aristocratic chariot racers selected their drivers from glorious noble families to race their chariot in the Panhellenic games. The Charioteer wears the customary long tunic, (the xystin), reaching down to his ankles. A wide belt tightens the tunic high above the waist, while two other bands pass as suspenders over the shoulders, under the arms and criss-cross in the back. This is the analavos which keeps the garment from billowing in the wind during the race. The deep vertical pleats in the lower part of the tunic emphasize the Charioteer’s solid posture, resembling also the fluting of an Ionic column. On the upper part of the body, however, the pleats are wavy, diagonal or curved. This contrast in the garment representation is also followed by the body’s contrapuntal posture, so that the statue does not show any rigidity, but looks perfectly mobile and almost real. The entire statue is as if it is animated by a gradual shift to the right starting from the solid stance of the feet and progressing sequentially through the body passing the hips, chest and head to end up at its gaze. The hands are spread out holding the reins, with the long and thin fingers tightening – together with the reins – a cylindrical object, the riding crop. The Charioteer is not portrayed during the race, as in this case his movement would be more intense, but in the end of the race, after his victory, when – being calm and full of happiness – he makes the victory lap in the hippodrome. His attractive gemstone eyes evoke what Classical period Greeks called ethos and balance. His motion is instantaneous, but also eternal. In spite of the great victory, there are no shouts, but a calm inner power. The face and the body do not have the features of arrogance, but those of calm self-confidence.


Unusually for this era, the Charioteer is clothed head to foot. Most athletes at this time would have competed, and been depicted nude. The young man would certainly have been of a lower status than his master Polyzalos, and Honour and Fleming have speculated that he may have been a household slave whom it was not appropriate to depict in the nude.   In about 1907, some ten years after the discovery of the Charioteer, Mariano Fortuny y Madrazo, a Spanish artist-designer based in Venice, created a finely pleated silk dress that he named the Delphos gown after the statue, whose robes it closely resembled. These gowns are considered important pieces of early 20th century fashion and art objects in their own right. A Delphos gown was, in 2003, the only fashion garment in the collection of the Museum of Modern Art, New York.

Stylistically, the Charioteer is classed as “Early Classical” . The statue is more naturalistic than the kouroi of the Archaic period, but the pose is still very rigid when compared with later works of the Classical period. One departure from the Archaic style is that the head is inclined slightly to one side. The naturalistic rendering of his feet was greatly admired in ancient times. The introverted expression does away with the old ‘Archaic smile’.

hnioxos (2)

Το άγαλμα του Ηνίοχου αποτελεί το σωζόμενο τμήμα χάλκινου συμπλέγματος που είχε αφιερωθεί στο ιερό από τους Δεινομενίδες, δυναστική οικογένεια της Γέλας στη Σικελία. Βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών και αποτελεί ίσως το γνωστότερο έκθεμά του και ένα από τα σημαντικότερα γλυπτά της αρχαίας ελληνικής τέχνης της πρώιμης κλασικής εποχής.Η δημιουργία του χρονικά τοποθετείται αμέσως μετά τους Περσικούς πολέμους, ενώ ως δημιουργός του έχει προταθεί ο Πυθαγόρας από το Ρήγιο ή, κατ’ άλλους, ο Κάλαμις ή ο Κριτίας.  Το συγκεκριμένο έργο ανήκει στο στάδιο της μετάβασης από την αρχαϊκή στην κλασική τέχνη. Αποτελούσε μέρος ενός μεγάλου αφιερώματος το οποίο περιλάμβανε τέθριππο και τουλάχιστον μια δεύτερη μορφή, πιθανότατα ο νεαρός ιπποκόμος. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι ιπποκόμοι ήταν δύο, εκατέρωθεν του άρματος. Κοντά του βρέθηκαν δύο πίσω πόδια αλόγων, μια ουρά, κομμάτια από το ζυγό του άρματος και ένα παιδικό χέρι με απομεινάρια ηνίων. Το έργο αφιερώθηκε γύρω στο 470 π.Χ. από τον τύραννο της Γέλας, Πολύζαλο, γιο του Δεινομένη και αδελφό των Ιέρωνα, Γέλωνα και Θρασύβουλου με σκοπό να τιμήσει τη νίκη του στο αγώνισμα της αρματοδρομίας στα Πύθια του 478 ή 474 π.Χ.. Έχει διατυπωθεί η άποψη, όμως, ότι στην πραγματικότητα ο Πολύζαλος ανέθεσε το σύμπλεγμα όχι για τη δική του νίκη, αλλά για αυτήν του αδελφού του, Ιέρωνα, το 470 π.Χ. Ο Ιέρωνας είχε νικήσει και στους Ολυμπιακούς αγώνες και σε ανάμνηση της νίκης του αυτής ανατέθηκε στην Ολυμπία ένα αντίστοιχο τέθριππο με ηνίοχο. Ο Ηνίοχος των Δελφών έχει ύψος 1,80 μ. Φαίνεται πως εικονίζεται ως έφηβος από ευγενική γενιά της εποχής του. Φοράει τον τυπικό μακρύ χιτώνα, την ξύστιν, που φτάνει έως τα σφυρά του. Ένας πλατύς ζωστήρας σφίγγει το χιτώνα ψηλά πάνω από τη μέση, και ένας ιμάντας σταυρώνει στο πίσω μέρος, κάτω από τις μασχάλες. Είναι ο αναλαβός, που συγκρατεί το ρούχο για να μη φουσκώσει από τον άνεμο κατά το τρέξιμο. Οι βαθιές κατακόρυφες πτυχώσεις στο κάτω μέρος του χιτώνα του τονίζουν την στερεή κορμοστασιά του, θυμίζοντας παράλληλα ραβδώσεις ιωνικής κολώνας. Στο πάνω μέρος του κορμιού ωστόσο, οι πτυχώσεις είναι κυματιστές, λοξές ή καμπύλες. Την αντίθεση αυτή στη απεικόνιση του ενδύματος ακολουθεί και η αντίρροπη στάση του σώματος, έτσι ώστε το άγαλμα να μην παρουσιάζει καμία ακαμψία, αλλά να δείχνει απόλυτα κινητικό και σχεδόν αληθινό. Ολόκληρο το άγαλμα είναι σαν να ζωντανεύει από μια βαθμιαία στροφή προς τα δεξιά που αρχίζει από τη στέρεη στάση των ποδιών και προχωρεί διαδοχικά περνώντας από τους γοφούς, το στήθος και το κεφάλι για να καταλήξει στο βλέμμα. Τα χέρια προτεταμένα κρατούσαν τα χαλινάρια και τα μακριά λεπτά δάχτυλά του έσφιγγαν εκτός από τα ηνία και ένα κυλινδρικό αντικείμενο, το κεντρί. Δεν απεικονίζεται κατά τη διάρκεια του αγώνα, αλλιώς η κίνησή του θα ήταν πιο έντονη, αλλά στο τέλος – μετά τη νίκη του – όταν ήρεμος και γεμάτος ευτυχία πραγματοποιεί μέσα στον ιππόδρομο το γύρο του θριάμβου.


Τα μάτια του από καφέ και μαύρους λίθους μας μαγνητίζουν και αποδίδουν αυτό που οι Έλληνες της κλασικής περιόδου ονόμαζαν ήθος και ισορροπία. Πίσω από τα μισάνοιχτα, σαρκώδη χείλη αχνοφαίνονται τέσσερα ασημένια δόντια. Η κίνηση είναι στιγμιαία, αλλά και αιώνια. Παρά τη μεγάλη νίκη δεν υπάρχουν αλαλαγμοί, αλλά μια ήρεμη εσωτερική δύναμη. Στο πρόσωπο και το σώμα δεν είναι χαραγμένα χαρακτηριστικά αλαζονείας, αλλά μιας ήρεμης αυτοπεποίθησης.


Κατά το μεγάλο σεισμό του 373 π.Χ., η σφοδρή πτώση βράχων και χωμάτων στην πλατεία του ναού προκάλεσε την καταστροφή του αρχαϊκού ναού και καταπλάκωσε τα έργα τέχνης που υπήρχαν εκεί, ανάμεσά τους και το άγαλμα του Ηνίοχου. Κρυμμένο και προφυλαγμένο κάτω από τα χώματα που το σκέπαζαν για αιώνες, κατόρθωσε να διαφύγει τη σύληση από τις κατά καιρούς επιδρομές ή τη συστηματική αφαίρεση γλυπτών από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες ή τον αφανισμό που υπήρξε η κοινή μοίρα όλων σχεδόν των χάλκινων έργων του ιερού κατά τα μεταγενέστερα χρόνια. Η γαλλική ανασκαφή των Δελφών, το 1896 τον έφερε ξανά στο φως, σχεδόν ανέπαφο, με την πράσινη πατίνα που τον προστάτευσε από τη διάβρωση. Η ανακάλυψή του, όπως είναι λογικό, συνοδεύτηκε από μεγάλο ενθουσιασμό, καθώς ήταν τότε το μοναδικό χάλκινο άγαλμα της κλασικής εποχής σε μεγάλο μέγεθος. Μαζί με τα χάλκινα τμήματα του αναθήματος βρέθηκε και τμήμα του λίθινου βάθρου του, στο οποίο σώζεται ένα δίστιχο απόσπασμα της έμμετρης αφιερωματικής επιγραφής του. Ως προς τον καλλιτέχνη του έργου και τη σχολή στην οποία ανήκει, υπάρχει μεγάλη διχογνωμία ανάμεσα στους ερευνητές. Πιθανότατα είναι έργο του Πυθαγόρα του Σάμιου, μεγάλου χαλκοπλάστη, εξόριστου στα χρόνια των Δεινομενιδών στο Ρήγιο της Καλαβρίας. Σύμφωνα με τις πηγές, οι μορφές του Πυθαγόρα χαρακτηρίζονται από ρυθμό, συμμετρία και ιδιαίτερη μέριμνα στην απόδοση λεπτομερειών.Έχουν διατυπωθεί όμως και απόψεις υπέρ του Κριτία ή του Κάλαμη.Αναντίρρητα, ο Ηνίοχος αποτελεί ένα από τα μεγάλα έργα του αυστηρού ρυθμού, του καλλιτεχνικού ρεύματος που μεσολάβησε μεταξύ των αρχαϊκών και των κλασικών χρόνων ( 480 – 460 π. Χ. ). Έχοντας αποβάλει την επιτηδευμένη χάρη και διακοσμητική διάθεση των έργων της υστεροαρχαϊκής εποχής, όντας λιτό και αυστηρό, δεν αποδίδει το εξωτερικό σχήμα, αλλά κυρίως εκφράζει με αξιοθαύμαστο τρόπο το εσωτερικό ήθος του αθλητή.