, , , ,

Last night
of a fairy-like world ,
I dreamt.

painted the rainbow,
pinned in its sky.

Its people lived in harmony
regardless of origin and religion;
like angels they glowed.
Their God was One and Only,
Father Almighty
without distinction and limitation.
There were neither guns
nor violence,
only brightly-colored flowers
and happy children chasing white doves.

When the day broke
I awoke in a dark world
– my dismal reality,
among disastrous people
and tearful children
picking dead white doves.
When the day broke
I awoke in the bleak present
among heartless people
who discriminate between their Gods,
taking lives, in the name of Peace and Dominion.

The dream turns nightmarish…
How scary!

I reach out to catch a shooting star
but it slips through my fingers
into the violet sky.
I reach out to feel the freshness
of the sea-crystals
but it evaporates into the blue infinity.
I reach out to touch the velvety petals of a flower
but it withers into nothingness.

Hung in the air,
I reach out for my Utopia
but grim truth brings me down to earth.

How scary!

© Ann Marie Zagorianos

Έναν κόσμο παραμυθένιο
χθες βράδυ, ονειρεύτηκα.
Οι άνθρωποι ήταν μονιασμένοι, λέει,
σαν άγγελοι φώτιζαν.
Δεν είχαν χρώμα ούτε θρησκεία..
Ένας ο Θεός τους ήταν.
Πατέρας Παντοκράτωρ
χωρίς διακρίσεις και περιορισμούς.
Χρώμα τους και θρησκεία
η Αγάπη
η Ελπίδα
η Καλοσύνη
η Δημιουργία
η Αλληλεγγύη!
Δεν υπήρχαν όπλα
ούτε βία…
Μόνο λουλούδια πολύχρωμα
και παιδάκια ευτυχισμένα
να κυνηγούν περιστέρια λευκά!

Μα ξημέρωσε…
Στο σκοτεινό κόσμο το δικό μου
Με “ανθρώπους ” καταστροφείς
με δακρυσμένα ματάκια παιδικά
να μαζεύω νεκρά περιστέρια λευκά.
Με “ανθρώπους” που διαχωρίζουν το Θεό τους
και ζωές αφαιρούν
στο όνομα της Ειρήνης.
Με “ανθρώπους” που βιάζουν
και καταπατούν τα δικαιώματα τα ανθρώπινα
στο όνομα της δύναμης και κυριαρχίας.

Το όνειρο εφιάλτης γίνεται…
Τι τρόμος!

Στο μενεξεδί κενό τ’ ουρανού
το χέρι δειλά απλώνω
ένα πεφταστέρι ν’ αγγίξω
μ’ αυτό γλιστρά…
Στ’ απέραντο γαλάζιο της θάλασσας
το χέρι δειλά απλώνω
τη δροσιά των κρυστάλλων της να νοιώσω
μ’ αυτή εξατμίζεται…
Στην άχρωμη καθημερινότητα της γης
το χέρι δειλά απλώνω
ένα λουλούδι που φεγγίζει θλίψη να χαδέψω
μ’ αυτό μαραίνεται…

Κι εγώ μετέωρη
με το βλέμμα στο όνειρο στραμμένο
την Ουτοπία μου να ζήσω θέλω
μα στυγνή η πραγματικότητα
με προσγειώνει…

Τι τρόμος!

© Άννα Μαρία Ζαγοριανού

AUTHOR’S NOTE :  This poem was written some time ago, when problems had been leading me to blind alleys, depriving my existence of the oxygen of life. Then was when I realized that if I keep the “child” in me, as clear as day, without suffocating it in the misery of survival fight,  inspiration will come as an electric bolt piercing my “being”. I can become the script writer of my own life. I am the leading actress in my own play. I hold the reigns.

Αυτό το ποίημα γράφτηκε μια περίοδο που τα προβλήματα επιβίωσης με οδήγησαν σε αδιέξοδο, στερώντας μου το οξυγόνο ζωής. Τότε συνειδητοποίησα ότι αν μπορέσω να κρατήσω το “παιδί” μέσα μου, καθάριο χωρίς να το πνίγω στη μιζέρια της καθημερινότητας,  η έμπνευση θα έρθει σαν ηλεκτρική εκκένωση να διαπεράσει  το “ειναι” . Έτσι μπορώ να γίνω εγώ η σεναριογράφος της ζωής μου. Είμαι η πρωταγωνίστρια του δικού μου έργου. Κρατώ τα ηνία!